Καθώς οι μεταφορικές εταιρείες προκαταβάλλουν τα έξοδα καυσίμων και διοδίων αλλά εισπράττουν τις αμοιβές τους εβδομάδες αργότερα, η απότομη αύξηση της τιμής δημιουργεί άμεσο ασφυκτικό πρόβλημα ρευστότητας, φέρνοντας τις μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου στα όρια της πτώχευσης. Παράλληλα, η αδυναμία των εταιρειών logistics να απορροφήσουν το επιπλέον λειτουργικό κόστος καθιστά αναπόφευκτη τη μετακύλισή του στην αγορά, γεγονός που αναμένεται να συμπαρασύρει άμεσα προς τα πάνω τις τελικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών στα ράφια.
Η απειλή του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για πάγωμα των εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ κινδυνεύει να φέρει τους Ευρωπαίους μεταφορείς αντιμέτωπους με μια νέα αύξηση στο κόστος των καυσίμων – μια επιβάρυνση που τελικά θα κληθούν να πληρώσουν οι ίδιοι οι καταναλωτές στα ράφια των καταστημάτων.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δήλωσε την Τετάρτη ότι εξακολουθεί να «σκέφτεται» το ενδεχόμενο επιβολής απαγόρευσης στις εξαγωγές, καθώς η κυβέρνησή του καταβάλλει προσπάθειες να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας, οι οποίες βρίσκονται σε επίπεδα ρεκόρ.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος εξετάζει κατά πόσο τα ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσαν να απελευθερώσουν μέρος από τα στρατηγικά αποθέματα ντίζελ που διαθέτουν, προκειμένου να αποκλιμακωθούν οι τιμές.
Την Πέμπτη, το Reuters αποκάλυψε πως η κυβέρνηση Τραμπ προειδοποίησε τη Γερμανία και τη Γαλλία να προχωρήσουν στην αποδέσμευση των στρατηγικών εκτάκτων αποθεμάτων ντίζελ που διαθέτουν, διαφορετικά θα επιβάλλει ενδεχόμενη απαγόρευση στις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ προς την Ευρώπη.
Ένα ακριβότερο ντίζελ θα έχει άμεσες συνέπειες σε ολόκληρη την Ευρώπη, σημειώνει το Politico.
«Οτιδήποτε βρίσκεται στο ράφι θα κοστίζει περισσότερο», προειδοποιεί η Κριστίνα Σκαρδία, επικεφαλής ευρωπαϊκών υποθέσεων της ιταλικής ομοσπονδίας εμπορευματικών μεταφορών Confetra.
Η Ευρώπη έχει καταστεί εξαιρετικά εξαρτημένη από το αμερικανικό ντίζελ, καθώς ο πόλεμος, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές και οι διακοπές λειτουργίας διυλιστηρίων περιέκοψαν δραστικά τις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία.
Αυτή η εξάρτηση αφήνει πλέον εκτεθειμένους τους Ευρωπαίους οδηγούς φορτηγών, σε έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί με πολύ χαμηλά περιθώρια κέρδους και δεν έχει περιθώρια να απορροφήσει ακόμα ένα σοκ.
«Υπάρχει τεράστιος κίνδυνος πτωχεύσεων» για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, σημειώνει η Σκαρδία, προσθέτοντας ότι οι μεγαλύτερες εταιρείες είναι πιο πιθανό να επιβιώσουν μετακυλίοντας το κόστος μέσω αυξήσεων στις χρεώσεις των υπηρεσιών τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Ένωσης Οδικών Μεταφορών (IRU), η μέση τιμή του ντίζελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση άγγιξε τα 2,26 ευρώ ανά λίτρο στις 17 Σεπτεμβρίου — σημειώνοντας αύξηση 38% σε σύγκριση με τα τέλη Φεβρουαρίου.
Πρόκειται για νέο ιστορικό υψηλό, που ξεπερνά ακόμα και το προηγούμενο ρεκόρ που είχε καταγραφεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Μεταφορών και Εφοδιαστικής, Confetra εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα μπορούσε να εκτινάξει τις τιμές του ντίζελ στην ΕΕ πολύ πάνω από τα 3 ευρώ ανά λίτρο, σύμφωνα με τη Σκαρδία.
Στερεύουν τα περιθώρια επιλογών
Καθώς οι εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή έχουν υποχωρήσει λόγω του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν —ο οποίος έχει προκαλέσει διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ— η Ευρώπη στράφηκε όλο και περισσότερο στις ΗΠΑ για να καλύψει το κενό.
Το αμερικανικό ντίζελ αντιπροσωπεύει πλέον σχεδόν το ήμισυ των ευρωπαϊκών εισαγωγών μέσω θαλάσσης, σύμφωνα με τα στοιχεία της IRU. Εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε απαγόρευση, οι οδικές εμπορευματικές μεταφορές θα βρεθούν σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Ο Ντέιβιντ Ντόχερτι, επικεφαλής έρευνας φυσικών πόρων στην εταιρεία στρατηγικών ερευνών BloombergNEF, υπογραμμίζει ότι οι μεταφορές είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ντίζελ στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με την Eurostat, ο τομέας των μεταφορών αντιπροσωπεύει το 77% της συνολικής κατανάλωσης ντίζελ και πετρελαίου κίνησης στην ΕΕ.
«Υπάρχουν πραγματικά περιορισμένες -τουλάχιστον άμεσες- εναλλακτικές λύσεις εκεί», εξηγεί στο Politico ο Ντόχερτι.
«Εσείς κι εγώ μπορούμε να αποφασίσουμε να σταματήσουμε να οδηγούμε αν οι τιμές εκτοξευθούν και ο κόσμος δεν θα καταστραφεί. Αν όμως σταματήσουν να κυκλοφορούν φορτηγά στη Γερμανία ή την Πολωνία, τις δύο μεγαλύτερες αγορές, θα αρχίσετε να βλέπετε σημεία παράλυσης».
«Οι αλυσιδωτές επιπτώσεις ξεπερνούν κατά πολύ το απλό γεγονός ότι το ντίζελ θα είναι ακριβό», συμπληρώνει. «Θα μπορούσε να σημαίνει έλλειψη ντίζελ στα σωστά σημεία, μεγάλες καθυστερήσεις στον ανεφοδιασμό, ακόμα και ουρές».
Οι ώρες που χάνονται στην αναμονή για καύσιμα θα στερούσαν πολύτιμο χρόνο από τους οδηγούς για την πραγματική παράδοση των εμπορευμάτων.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη πίεση για τις εταιρείες μεταφορών αναμένεται να είναι χρηματοοικονομική.
Το ντίζελ αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του συνολικού κόστους λειτουργίας μιας διεθνούς εταιρείας μεταφορών, σύμφωνα με τον Γιαν Μπούτσεκ, πρόεδρο της Ένωσης Διεθνών Οδικών Μεταφορέων της Πολωνίας.
Εάν οι τιμές των καυσίμων αυξηθούν υπερβολικά, ορισμένα δρομολόγια παύουν να έχουν οικονομικό νόημα — και οι εταιρείες κινδυνεύουν να ξεμείνουν από τα ρευστά διαθέσιμα που χρειάζονται για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.
Ο Μπούτσεκ εξηγεί ότι οι μεταφορικές εταιρείες καλούνται να προκαταβάλουν τα έξοδα για καύσιμα, μισθούς και διόδια, ενώ η πληρωμή από τους πελάτες για μια ολοκληρωμένη μεταφορά μπορεί να καθυστερήσει εβδομάδες.
Μια αιφνίδια αύξηση στις τιμές των καυσίμων δημιουργεί άμεσο πρόβλημα ρευστότητας, καθώς οι λογαριασμοί λήγουν πριν εισπραχθούν τα αντίστοιχα έσοδα.
«Με τιμές ντίζελ γύρω στα 3 ευρώ ανά λίτρο, ο κίνδυνος να βάλουν λουκέτο ορισμένοι μεταφορείς θα ήταν πολύ πραγματικός, ιδιαίτερα αν οι τιμές παρέμεναν σε αυτό το επίπεδο για παρατεταμένη χρονική περίοδο», δηλώνει ο Μπούτσεκ.
Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι οι πιο εκτεθειμένες. Διαθέτουν συνήθως μικρότερα ταμειακά διαθέσιμα, περιορισμένη πρόσβαση σε πιστώσεις και μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ με τους πελάτες τους σε σχέση με τους μεγάλους ομίλους logistics, ενώ καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα νέο σοκ όντας ήδη εξασθενημένες.
Μάλιστα, περισσότερες από 1.000 εταιρείες έχουν ήδη εξαφανιστεί από την πολωνική αγορά διεθνών μεταφορών μέσα στο τρέχον έτος, πρόσθεσε ο Μπούτσεκ.
«Καλύτερα καθηλωμένο το φορτηγό»
Σύμφωνα με το Politico, για τις εταιρείες που θα επιβιώσουν, το επόμενο ερώτημα είναι ποιος θα επωμιστεί το αυξημένο κόστος των καυσίμων.
Στην αγορά spot —όπου μια εταιρεία ναυλώνει ένα φορτηγό για μία μεμονωμένη αποστολή αντί να υπογράψει μακροπρόθεσμο συμβόλαιο— οι υψηλότερες τιμές του ντίζελ αποτυπώνονται σχεδόν αμέσως. Οι μεταφορείς απαιτούν υψηλότερους ναύλους και, αν οι πελάτες αρνηθούν να πληρώσουν, ορισμένα ταξίδια απλώς παύουν να είναι βιώσιμα.
«Καμία εταιρεία δεν μπορεί να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες κάτω του κόστους για παρατεταμένο χρονικό διάστημα», υπογραμμίζει ο Μπούτσεκ.
Οι μεταφορικές εταιρείες θα γίνουν αναγκαστικά πιο επιλεκτικές στις δουλειές που αναλαμβάνουν. Οι πρώτες που θα ακυρωθούν θα είναι οι λιγότερο αμειβόμενες διαδρομές — δρομολόγια με μεγάλες αποστάσεις χωρίς φορτίο, προορισμοί όπου είναι δύσκολο να βρεθεί φορτίο επιστροφής, καθώς και δουλειές που συνεπάγονται μεγάλες αναμονές για τη φόρτωση ή εκφόρτωση.
«Εάν το κόστος παροχής της υπηρεσίας υπερβαίνει τα έσοδα που παράγονται από αυτήν, από την οπτική γωνία του μεταφορέα μπορεί να είναι οικονομικά πιο λογικό να αφήσει το φορτηγό παρκαρισμένο παρά να δημιουργήσει άλλη μια ζημία», προσθέτει ο Μπούτσεκ.
Η Σκαρδία περιγράφει δύο πιθανά σενάρια:
- Οι μικρότερες εταιρείες, αδυνατώντας να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος καυσίμων, ενδέχεται απλώς να αρνούνται δουλειές, αναγκάζοντας τους πελάτες να αναζητήσουν αλλού λύση.
- Οι μεγαλύτερες εταιρείες είναι πιο πιθανό να διαθέτουν συμβόλαια που τους επιτρέπουν να επιβάλλουν επίναυλο καυσίμων (fuel surcharge) —έναν πρόσθετο μηχανισμό χρέωσης συνδεδεμένο με την τιμή του ντίζελ— ώστε να συνεχίσουν τις μεταφορές μετακυλίοντας το επιπλέον κόστος στους πελάτες.
Εάν οι εξαιρετικά υψηλές τιμές διατηρηθούν για εβδομάδες και εμφανιστούν πραγματικές ελλείψεις καυσίμων, ο Μπούτσεκ προειδοποιεί ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να δει τη μεταφορική ικανότητα να μειώνεται σε ορισμένες διαδρομές, να αντιμετωπίσει δυσκολία στην εύρεση διαθέσιμων φορτηγών και να έρθει αντιμέτωπη με αλυσιδωτές καθυστερήσεις σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Για τις εταιρείες μεταφορών, ο αντίκτυπος θα είναι «σημαντικός και αναμφίβολα άμεσος», εκτιμά μιλώντας στο Politico ο Ρόμπιν Λος, επικεφαλής του τομέα μεταφορών και κινητικότητας στην ευρωπαϊκή ομοσπονδία καταναλωτών BEUC.
«Εάν η μεταφορική ικανότητα αρχίσει να εξαφανίζεται από την αγορά, οι συνέπειες επεκτείνονται πολύ γρήγορα πέρα από τον ίδιο τον κλάδο των οδικών μεταφορών», καταλήγει ο Μπούτσεκ, τονίζοντας ότι σε εκείνο το σημείο η επάρκεια ντίζελ μετατρέπεται πλέον σε ζήτημα «οικονομικής ασφάλειας».
enikos.gr